Στέφανος

Πήγαμε στην αίθουσα 8 και, μέχρι να φέρουν το κλειδί, περιμέναμε απ’ έξω. Η Αριάδνη στεκόταν πιο μακριά από τους υπόλοιπους. Την ξανακοίταξα για λόγο και , έτσι όπως ήταν σκεφτική, πήγα κοντά της.
“Γεια σου… Είμαι ο Στέφανος.”
“Αριάδνη, χαίρω πολύ…”
“Καινούρια;”
“Ναι. Καινούρια. Και στο σχολείο και στην Κύπρο.”
“Καινούρια στην Κύπρο; Από πού ήρθες;”
“Από το Λονδίνο.”
“Α! Έτσι εξηγείται το πουκάμισο μια τόσο συνηθισμένη μέρα.”
“Τι; Τι εννοείς;”
Δεν της απάντησα… Μόνο μάζεψα το θάρρος μου και ξεκούμπωσα τα δύο πρώτα κουμπιά από το πουκάμισό της. Έμεινε κάγκελο…
“Έτσι είναι καλύτερα!”
“Καλύτερα; Πρώτα εξήγησέ μου ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να ξεκουμπώσεις το πουκάμισό μου, και μετά μου λες αν είναι καλύτερα!”
Ωραία… Ομολογώ πως αυτή την αντίδραση δεν την περίμενα… Και φαινόταν τόσο ήσυχη!
Αποφάσισα λοιπόν να παίξω για λίγο με τον τρόπο της…
“Ηρέμησε κοριτσάκι! Δε φτάνει που φαίνεσαι σα βλαμμένη με το πουκάμισο, μού κάνεις και τη θιγμένη επειδή πήγα να σε κάνω άνθρωπο!”
Όλοι καρφώθηκαν πάνω μας και κανείς μας δεν πήρε είδηση πως η αίθουσα είχε ανοίξει. Πρώτος μπήκα εγώ -ψευτοθιγμένος- και την άφησα εκεί έξω, με τους άλλους να σχολιάζουν το σκηνικό…
Πήγα και κάθισα στο τελευταίο θρανίο δίπλα στο εξωτερικό παράθυρο, συνήθεια που απέκτησα τους τελευταίους μήνες της περσινής χρονιάς, και περίμενα να δω τι θα κάνει… Όταν την είδα να έρχεται προς το μέρος μου, ξαφνιάστηκα για δεύτερη φορά. Η φράση “το κορίτσι-μυστήριο” της πήγαινε γάντι…
Κάθισε δίπλα μου αλλά δεν είπε τίποτα. Μόνο άρχισε να χτυπά τα δάχτυλά της όπως κάνουν οι βιρτουόζοι στο πιάνο… Και τι δε θά’δινα για ν’ ακούσω τη μελωδία που έπαιζε στο μυαλό της…
Έμεινα να κοιτάζω εκείνα τα υπέροχα, μακριά δάχτυλα ώσπου ο καθηγητής έκοψε στη μέση τη στιγμή μαγεία που βίωνα…

Αριάδνη

Με ξύπνησε, ή καλύτερα με τρόμαξε, το άγγιγμα της Ελένης. Ήξερα μόνο το πρόσωπό της από κάποιες φωτογραφίες όμως, και να μην τις έβλεπα, θα την καταλάβαινα έτσι κι αλλιώς. Η διαχυτικότητα και η ζεστή αγκαλιά είναι χαρακτηριστικά στην οικογένεια της μητέρας μου. Τη συμπάθησα αμέσως, όμως το μυαλό μου έμεινε κολλημένο σε κείνο το αγόρι…
Χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να παρακαλώ τις απανταχού ανώτερες δυνάμεις να γίνει κάτι για να τον γνωρίσω. Βέβαια δε νομίζω να έβγαινε πουθενά, ακόμα κι αν γινόταν πραγματικότητα, αφού αποκλείεται να έδινε σημασία σε μένα. Ήμουν πεπεισμένη ότι τα δικά μου ενδιαφεροντα δε συμπίπτουν πουθενά με τα δικά του. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη μου να μάθω ποιος είναι ήταν τόσο δυνατή, που δε με άφηνε να ησυχάσω…
Το κουδούνι χτύπησε και κατευθυνθήκαμε προς τον χώρο που μας είχαν ανακοινώσει. Πέρασα από δίπλα του και η απόσταση ανάμεσά μας ήταν τόσο μικρή, που σχεδόν τον ακούμπησα. Όμως πού τέτοιο θάρρος να τον ακουμπήσω… Σε όλη μου τη ζωή υπήρξα τόσο δειλή, ώστε με καμιά δύναμη δεν μπορούσα ν’ αλλάξω τώρα.
Η ευχή όμως πραγματοποιήθηκε… Όπως πάντα, το σύμπαν με άκουσε για ακόμα μια φορά και μου έδωσε αυτό που ήθελα: από σήμερα ήμουν συμμαθήτρια του Στέφανου Νικολάου. Τώρα έμενε να λύσω ακόμη ένα τεχνικο πρόβλημα:να βρω τρόπο να καθίσω δίπλα του…

Στέφανος

Μόνο ο ήχος του κουδουνιού κατάφερε να με ξεσηκώσει από την ονειροβασία μου. Προχώρησα νωθρά τον χώρο συγκέντρωσης των τελειοφοίτων και ,προς μεγάλη μου έκπληξη, την είδα να έρχεται μαζί με την Ελένη, μια περσινή μου συμμαθήτρια. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο οι χτύποι της καρδιάς μου δυνάμωσαν, λες και πήγαινα στο σφαγείο…

Πέρασε από δίπλα μου και άφησε πίσω της μια σχεδόν απόκοσμη μυρωδιά κρίνου Μπορούσα να ξεχωρίσω αυτή τη μυρωδιά από χιλιόμετρα, αφού τα lillium αρέσουν στη μητέρα μου. Η εντύπωση που μου έκανε ήταν τόσο δυνατή ώστε, μετά από πολύ καιρό, μια φωνή απ’το μπουντρούμι της ψυχής μου σχεδόν με διέταζε να την αρπάξω, να τη σφίξω δυνατά και να της φωνάξω, εκεί μες στη μέση του κόσμου!, ότι ήταν δικιά μου! Ότι μόνο αυτή μπορούσε να με σώσει απ’τον ιστό της αββύσσου, απ’τον ίδιο τον εαυτό μου…

Όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της… Βαθιά μέσα μου παρακαλούσα να γίνει ένα θαύμα και να την έχω στην τάξη μου, να πάω να κάτσω δίπλα της και να έχω το άρωμα της σάρκας της κατάδικό μου. Και για πρώτη φορά, το σύμπαν με άκουσε… Η Αριάδνη Στήβενσον, μπήκε στην τάξη μου.

Η Ελένη είχε μπει σε άλλη τάξη κι έτσι η Αριάδνη τώρα προχωρούσε μόνη της προς την αίθουσα που μας είχαν πει. Κι αυτή ήταν η ευκαιρία μου για να την πλησιάσω… Ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα με πλημμύρισε ξαφνικά. Ένα συναίσθημα τόσο ξένο σε μένα, που σχεδόν δεν το αναγνώρισα. Ευτυχία. Όχι, αυτή τη φορά δε γινόταν να κάνω λάθος. Ήταν ευτυχία…

Αριάδνη

Ήταν τέλη Αυγούστου όταν οι γονείς μου αποφάσισαν να μείνουμε μόνιμα στην Κύπρο. Μια βδομάδα πριν, είχε φύγει η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου και μας είχε αφήσει το σπίτι της. Είχαν προτείνει και στον πατέρα μου να διδάξει στην Ιατρική Σχολή και here we go… Ο κύβος ερρίφθη.

Στην αρχή αυτή τους η απόφαση μου φάνηκε σαν το τέλος του κόσμου! Ολόκληρη η ζωή μου ήταν στο Λονδίνο… Η κολλητή μου, το σχολείο μου… Θεωρούσα ότι ήταν τρομερά άδικο ν’ αλλάξουν τα πάντα ένα χρόνο πριν την αποφοίτησή μου! Αλλά μέσα σε μια μέρα αυτή μου η πεποίθηση άλλαξε ξαφνικά…

Ήταν γύρω στις τέσσερις το απόγεμα. Εγώ, ως συνήθως, καθόμουν στο πιάνο και μελετούσα Bach όταν, χωρίς να το καταλάβω, έχασα κάθε επαφή με το περιβάλλον. Πάγωσα όπως παγώνουν οι δείκτες στα παλιά ρολόγια… Και τότε, σαν σε όνειρο, είδα μπροστά μου ένα αγόρι να μου φωνάζει “Έλα!”. Αυτό ήταν… Ανέβηκα στο δωμάτιό μου και άρχισα να πακετάρω…

Οι μέρες περνούσαν, εγκατασταθήκαμε στο σπίτι της γιαγιάς μου και, αφού ήρθε το χαρτί της μεταγγραφής μου, γράφτηκα στο σχολείο της ξαδέρφης μου.

Την πρώτη μου μέρα εκεί μέσα δε θα την ξεχάσω ποτέ… Σηκώθηκα το πρωί, φόρεσα φούστα και πουκάμισο, έβαλα τα αγαπημένα μου μαύρα μποτάκια και μάζεψα τα μαλλιά μου.

Πήγα στο σχολείο και μπήκα στο προαύλιο για να συναντήσω την ξαδέρφη μου. Μέχρι να έρθει όμως, στεκόμουν εκεί στη μέση σαν χαμένη. Μέχρι που τον είδα…

Καθόταν ανάμεσα σε τέσσερα άλλα αγόρια. Φορούσε μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι, τζιν παντελόνι και μαύρα Converse. Τα μαλλιά του, απ’ ότι κατάλαβα, ήταν μέχρι τους ώμους του και τα είχε πιασμένα χαμηλά. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα δικά μου και, έτσι όπως με κοίταζε, μια τρομακτική σκεψη με κυρίευσε… Ότι αυτός ο άγγελος, δεν είχε φτερά.