Στέφανος

Στην Κύπρο ο καιρός δε λέει ν’ αλλάξει πριν τα τέλη Οκτωβρίου. Έτσι κι εκείνη την ημέρα, την πρώτη μέρα της τελευταίας μου χρονιάς στο Λύκειο, η ζέστη ήταν αφόρητη. Όπως πάντα, εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου… Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να βρούμε πλήκτρα για την μπάντα μας, τους στίχους που έπρεπε να τελειώσω και διάφορα άλλα τέτοια. Όμως κυρίως σκεφτόμουν πότε θα τελειώσει αυτή η καταρραμένη μέρα για να κλειδωθώ στο δωμάτιό μου και να κρατήσω τον υπόλοιπο κόσμο έξω. Σιχαινόμουν τόσο πολύ που έπρεπε να δείχνω στους άλλους ότι είμαι καλά, που έπρεπε να φοράω μάσκα…

Είχα τόση ανάγκη να έρθει στη ζωή μου ένας άνθρωπος όπου μαζί του να μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Να μπορώ να γελάσω δυνατά χωρίς λόγο, να φωνάξω, να κλάψω. Αλλά να κάνω και κάτι πιο σημαντικό… Να του εξομολογηθώ την αμαρτία μου και να μη με κρίνει. Απλώς να με αγκαλιάσει και να μου πει πως όλα θα πάνε καλά…

Ούτε γω ο ίδιος δεν κατάλαβα πώς αμάρτησα, πώς έπεσα μέσα στην κόλαση. Μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί το έκανα όμως δε βρίσκω απάντηση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν είμαι πια ο ίδιος… Ότι τώρα πια δεν αξίζω τίποτα…

Συνέχισα να χάνομαι στο λαβύρινθο του μυαλού μου και να μη νοιάζομαι για το τι συνέβαινε γύρω μου. Μέχρι που την είδα…

Στεκόταν απέναντί μου σε απόσταση μερικών μέτρων κι έτσι όπως την αγκάλιαζε το φως του ήλιου, έμοιαζε με οφθαλμαπάτη. Φορούσε κοντομάνικο πουκάμισο, φούστα μέχρι το γόνατο και μαύρα, χαμηλά, αθλητικά μποτάκια. Είχε τα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά και κοιτούσε τριγύρω σαν χαμένο κοριτσάκι. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα, δεν ήξερα ούτε τ’ όνομά της… Όμως ασυναίσθητα μια παλαβή σκέψη πέρασε καρφώθηκε στο μυαλό μου… Ότι αυτό το κορίτσι, ήταν για μένα.

Αριάδνη

Το παν είναι ν’ αρχίσεις να γράφεις πάνω στο χαρτί… Όμως τόσα χρόνια τρόμαζα να το κάνω. Φοβόμουν πως, αν έβαζα τις λέξεις πάνω στο χαρτί, θα ξυπνούσα τους δαίμονες που με τόση δυσκολία πέταξα στο λήθαργο. Προσπάθησα τόσο πολύ να θάψω το παρελθόν μου μα δεν τα κατάφερα.

Γι’ αυτό αποφάσισα να σου γράψω την ιστορία μου… Για να ξορκίσω το φάντασμα που ξέμεινε μες στην καρδιά μου.

Το όνομά μου είναι Αριάδνη. Αριάδνη Στήβενσον. Γεννήθηκα στο Λονδίνο και είχα πάντα αυτό που ήθελα. Μόνο που κάτι μου έλειπε, όπως λείπει ένα κομματάκι για να συμπληρωθεί το παζλ. Στα δεκαεφτά μου η απουσία αυτού του “κάτι” έγινε σκληρή ανάγκη που άρχισε να πονάει τη ψυχή μου. Ως εκείνο το φθινόπωρο…

Στέφανος

Μας ένωναν πολλά… Η μουσική, τα βιβλία, η θάλασσα… Όμως μας χώριζε κάτι πιο δυνατό. Η αμαρτία μου.

Την ερωτεύτηκα από εκείνη τη φορά που στεκόταν σαν χαμένη στο προαύλιο του σχολείου κι ένιωσα ότι ένα κομμάτι της ψυχής μου κατοικεί στο δικό της σώμα. Μόνο που έπρεπε να μείνω μακριά της γιατί, αν μ’ ερωτευόταν κι εκείνη, θα την τραβούσα στην κόλαση μαζί μου. Αλλά δεν έμεινα… Την πλησίασα και την καταδίκασα για πάντα…

Εμένα με λένε Στέφανο. Όνομα τόσο κοινό, τόσο συνηθισμένο, σαν μαύρη ψηφίδα ανάμεσα στις τόσες άλλες. Εκείνη Αριάδνη, σαν την αρχαία μάγισσα που έβγαλε το Θησέα από το λαβύρινθο. Εγώ ποτέ δεν ασχολήθηκα με μύθους αλλά, για κείνο το κορίτσι, αυτόν το μύθο τον έμαθα απ’έξω.

Μετά από δεκαεφτά χρόνια αδράνειας, η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πραγματικά εκείνο το φθινόπωρο.

Η αρχή…

Πάει καιρός από τότε που άρχισα να γράφω το “Με μια κιθάρα…”. Στην αρχή σκέφτηκα να το δώσω σε καποιο εκδοτικό οίκο αλλά μετά το ξανασκέφτηκα, γιατί τα όνειρα δεν ξεπουλούνται. Γι’ αυτό αποφάσισα να το δημοσιεύσω σε συνέχειες σ’ αυτή τη σελίδα.

Καλή ανάγνωση!

Φιλικά, Άντρη